• Δροσερό

Από ψηλά, τα σπίτια του Δροσερού φαίνονται πολύ διαφορετικά από τις νεόδμητες κατοικίες της Ξάνθης, που έχουν αντικαταστήσει τις σκαλιστές διώροφες οικοδομές, αλλά και τα πρόχειρα σπιτάκια που φιλοξένησαν τους πρόσφυγες τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στη Θράκη. Από μακριά, μοιάζει με γειτονιά στην άκρη της πόλης, με φυσικό σύνορο τον ποταμό Κόσυνθο. Η σιδηροδρομική γραμμή, το κοιμητήριο και το βιομηχανικό συγκρότημα της εταιρείας «Τέκτων» στέκονται σαν τείχη, σφιχταγκαλιάζοντάς το Δροσερό αυστηρά, οριοθετώντας συνάμα και μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι κάτοικοί του. Οι Δροσερίτες, εγκατεστημένοι τα τελευταία εξήντα χρόνια στον ίδιο τόπο, γράφουν τη δική τους ιστορία, πέρα από τις γραμμές του τρένου.

Ελάχιστοι Ξανθιώτες ή άλλοι Θρακιώτες έχουν «κατέβει» στο μαχαλά, ενώ οι Δροσερίτες επισκέπτονται την Ξάνθη διστακτικά, για συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες. Είναι Έλληνες πολίτες, υπηρετούν στο στρατό, πληρώνουν φόρους, χρησιμοποιούν το ευρώ. Όμως, είναι αποκομμένοι από τον ιστό της πόλης, τα σπίτια τους βρίσκονται εκτός σχεδίου και τυγχάνουν επιλεκτικά δικαιούχοι παροχών νερού και ρεύματος. Στις εκλογές αποκτούν φωνή που δεν ακούγεται καμία άλλη μέρα του χρόνου. Πλήθος δεισιδαιμονίες συνοδεύει τους ξένους για τον τρόπο ζωής τους και τους ντόπιους για τον ακριβή αριθμό του πληθυσμού τους.

Ξεκινώντας απλά, με μικρά βήματα, παρακάτω μπαίνουμε στο μικρόκοσμό τους και μαθαίνουμε πότε γιορτάζουν, τι γλώσσα μιλάνε, σε ποιο Θεό πιστεύουν. Όχι γιατί είναι τα χαρακτηριστικά που πρωτεύουν ως συστάσεις, αλλά γιατί φαίνεται πως δεν είναι αυτά που ευθύνονται για τον αποκλεισμό τους.

 

Πληθυσμός

Ο οικισμός αποτελείται από μόνιμους και μετακινούμενους κατοίκους και σύμφωνα με τις πρόσφατες απογραφές έχει πληθυσμό περίπου 2.500 άτομα, αν και στην πραγματικότητα είναι περισσότερο από 5.500, όπως αναφέρεται σε στοιχεία του Πολιτιστικού Μορφωτικού Συλλόγου Ρομά Γυναικών Δροσερού Ξάνθης «Η ΕΛΠΙΔΑ», μετά από καταγραφή του οικισμού και όπως υπολογίστηκε από τη Διεύθυνση της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Ξάνθης κατά τη διαδικασία καταμέτρησης των ιδιοκτησιών. Πρόκειται για ανθρώπους που μιλούν τη Ρομανί  (Λιάπης, 1998) και είναι ως επί το πλείστον μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Βέβαια δεν υπάρχει ομοιομορφία, καθώς στον οικισμό εντοπίζονται, κατά τις Αδαμαντίδου & Χαζάπη (2011, σελ. 40), πέντε διαφορετικές υποομάδες Τσιγγάνων.

  • Οι Τσίρπαντζηε
  • Οι Μπάλκαντζηε
  • Οι Πεσεβέρ
  • Οι Αρναβούτα και
  • Οι Γκιουμπρετζήε

Οι ομάδες αυτές προκύπτουν ανάλογα με την περιοχή καταγωγής τους, με τα ήθη και τα έθιμα τους. Σύμφωνα με αναφορές του Ζεγκίνη (1994, σελ. 54-55) οι Τσίρπαντζηε έχουν δεχτεί έντονες επιδράσεις τουρκισμού και σπάνια μιλούν ρομανί. Οι Μπάλκαντζηε θεωρούν πως προέρχονται από τα ορεινά της Θράκης και πιθανώς συνοικούσαν παλαιότερα με τους Πομάκους. Οι Πεσεβέρ έχουν δεχτεί και αυτοί τουρκικές επιδράσεις, αλλά δεν δέχονται πως έχουν κοινή καταγωγή με τους Τσίρπαντζηε. Οι Αρναβούτα θεωρούνται, σύμφωνα με τους ντόπιους, οι πιο γνήσιοι Τσιγγάνοι. Σύμφωνα με τους ίδιους, οι Γκιουμπρετζήε είναι η πιο υποβαθμισμένη ομάδα τσιγγάνων σε όλη τη Θράκη και κατοικούν σε παράγκες. Βέβαια, η διάκριση σε υποομάδες δεν δημιουργεί προβλήματα σε κοινωνικές συναναστροφές και κοινούς γάμους.

Γλώσσα

Στο Δροσερό, οι περισσότεροι κάτοικοι μιλούν ρομανί, τουρκικά και ελληνικά. Όμως, λόγω του αναλφαβητισμού και της τριγλωσσίας, η γνώση των γλωσσών αυτών παραμένει σε αρχικό επίπεδο και περιορίζεται σε απλό καθημερινό λεξιλόγιο. Ορισμένοι είναι λειτουργικά τρίγλωσσοι, χρησιμοποιώντας στον καθημερινό τους λόγο ρομανί, τουρκικά και ελληνικά, ενώ δεν απουσιάζουν και περιπτώσεις που, ανέκαθεν, μιλούσαν και εξακολουθούν να μιλούν μόνο την τουρκική γλώσσα. Χαρακτηριστικό είναι πως οι περισσότεροι κάτοικοι του Δροσερού χρησιμοποιούν και τις τρεις γλώσσες, ανάλογα με τις περιστάσεις επικοινωνίας και το συνομιλητή τους (Αδαμαντίδου & Χαζάπη, 2011, σελ. 47 ∙ Μαντζανίδου, 2009, σελ. 55 κ.ε). Άλλωστε, γενικά οι Ρομά στις περισσότερες περιπτώσεις είναι τουλάχιστον δίγλωσσοι, καθώς η ρομανί διαθέτει χαμηλό κοινωνικό κύρος ως γλώσσα και συγκεκριμένο «κοινωνικό χώρο χρήσης» (Μαντζανίδου, 2009, σελ. 55). Στις συναλλαγές τους χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα της χώρας που διαμένουν (Δαμανάκης, 1998 ∙ Σκούρτου, 1997 όπ. αναφ. στη Μαραγκουδάκη, 1998, σελ. 12).

Θρησκεία

Όσον αφορά στη θρησκεία, οι περισσότεροι κάτοικοι του οικισμού είναι μουσουλμάνοι, αλλά υπάρχουν και χριστιανοί, ευαγγελιστές και μάρτυρες του Ιεχωβά. Παρόλα αυτά πρέπει να αναφερθεί πως οι κάτοικοι του Δροσερού δεν ακολουθούν αυστηρά τις επιταγές κάποιου ιερατείου αλλά τις προσαρμόζουν στις δικές τους θρησκευτικές πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ενώ οι περισσότεροι  Δροσερίτες είναι υποθετικά μουσουλμάνοι, πιστεύουν στην Παναγία (εικόνες της και χαλιά κοσμούν τα περισσότερα σπίτια του οικισμού), επισκέπτονται σχεδόν όλοι την Τήνο για προσκύνημα τον Δεκαπενταύγουστο και επιπλέον πολλά παιδιά του οικισμού ονομάζονται Τήνος ή Τήνα, από το όνομα του νησιού (Παναγία της Τήνου). Ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στο Δροσερό, όπως και σε άλλους οικισμούς Ρομά, δεν υπάρχει «απόλυτη» διαχωριστική τομή μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων αποτελεί το γεγονός ότι γιορτάζουν το Μπαϊράμ, όπως και τον Άγιο Γεώργιο. Επίσης, στον οικισμό υπάρχει ένα εκκλησάκι και ένας μουσουλμανικός τεκές (Αδαμαντίδου & Χαζάπη, ό.π., σελ. 52 ∙ Ζεγκίνης, ό.π., σελ. 175-230). Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, η παράδοση στο Δροσερό θέλει τα παιδιά να παντρεύονται σε νεαρή ηλικία, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη μόρφωσή τους και την προσωπική τους εξέλιξη, όπως παρατηρείται από μαρτυρίες μελών του συλλόγου και όπως αναφέρεται γενικά για τους Ρομά, από τη Μαραγκουδάκη (1998, σελ. 37).

Έργα & υποδομές

Σταδιακά, λόγω του μεγέθους του Δροσερού και της γειτνίασης του με την Ξάνθη, εντάθηκε το ενδιαφέρον γι’ αυτό, χωρίς βέβαια να πραγματοποιηθούν αξιοσημείωτα έργα και υποδομές.  Αρχικά, χτίστηκε ένα πολιτιστικό-αθλητικό κέντρο από ιδιωτική πρωτοβουλία και αργότερα, το 1992, δημιουργήθηκε το 15ο δημοτικό σχολείο Ξάνθης, το πρώτο μέσα στον οικισμό ενώ  αργότερα, λόγω του μεγάλου αριθμού μαθητών, ιδρύθηκε και το 20ο δημοτικό σχολείο Ξάνθης, που συστεγάζεται με το προϋπάρχον και ιδρύθηκε για να καλύψει τις ολοένα αυξανόμενες εγγραφές παιδιών, που αυξάνονται κυρίως μετά την υποστήριξη του συλλόγου με δράσεις για μείωση της σχολικής διαρροής και ενισχυτική διδασκαλία, που ως το 2006, περιοριζόταν κυρίως σε «ζωγραφική».

Παρόλα αυτά, σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια μετά, η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σημαντικά. Μετά από αιτήματα και πίεση του Πολιτιστικού Μορφωτικού Συλλόγου Ρομά Γυναικών Δροσερού Ξάνθης «Η ΕΛΠΙΔΑ», έγιναν ασφαλτοστρώσεις σε κεντρικούς δρόμους στον οικισμό αλλά σημαντικά έργα πνοής, όπως η ηλεκτροδότηση όλου του οικισμού και η δημιουργία νέων σχολικών κτιρίων, ακόμη βρίσκονται μόνο σε θεωρητικό επίπεδο.

Απασχόληση

Η ανεργία συνιστά ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των κατοίκων της περιοχής (Αδαμαντίδου & Χαζάπη, ό.π., σελ. 134) ενώ τα τελευταία χρόνια κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα.  Κατά κανόνα, η μεγάλη πλειοψηφία απασχολείται σε εποχιακές (κυρίως αγροτικής φύσεως) εργασίες, όπως η συγκομιδή ντομάτας και καπνού. Οι Ρομά που απασχολούνται στη συλλογή μετάλλων ή στα συσκευαστήρια σπαραγγιών και φυτώριων οπωροκηπευτικών της περιοχής μένουν μόνιμα στο Δροσερό. Αντιθέτως, αρκετοί μετακινούνται ανά την Ελλάδα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αναζητώντας εργασία και εργάζονται τα καλοκαίρια σε νησιά ως μικροπωλητές ή φεύγουν στα καράβια. Σημαντικό, επίσης, είναι και το ποσοστό των Δροσεριτών που εργάζονται ως μικροπωλητές-υπάλληλοι στο παζάρι της Ξάνθης, καθώς οι Ρομά των Κιμμερίων, που είναι κυρίως έμποροι σε λαϊκές αγορές, λειτουργούν πλέον ως επιχειρηματίες και δεν πουλούν οι ίδιοι την πραμάτεια τους.

Εκπαίδευση

Εκτός από τα προβλήματα των ενηλίκων, πρέπει να σημειωθεί και το κύριο πρόβλημα των παιδιών του Δροσερού, που αφορά στην εκπαίδευση. Η εκπαίδευση των παιδιών του Δροσερού έχει την ίδια τύχη με την εκπαίδευση όλων των άλλων παιδιών Ρομά. Η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας το 1987, περιορίζεται σε συστάσεις για τη φοίτηση των παιδιών και διευκολύνσεις στην εγγραφή τους (Αδαμαντίδου & Χαζάπη, 2011, σελ. 164 ∙ Καναβάκης, 2004). Μόλις το 1993, το Υπουργείο προσπαθεί να δημιουργήσει «προπαρασκευαστικά τμήματα», που αναφέρονται στην προετοιμασία ένταξης των Τσιγγάνων μαθητών στην εκπαίδευση (Πίτσιου, 2007). Συχνά, όμως, οι μαθητές φοιτούν στα τμήματα αυτά μέχρι να αποφοιτήσουν. Στη συνέχεια το 1999, υπό το βάρος της έλευσης Παλιννοστούντων μαθητών δημιουργούνται τμήματα υποδοχής και φροντιστηριακά τμήματα.

Θετικό μέτρο για τους μαθητές Ρομά, εκτός από τα προαναφερθέντα φροντιστηριακά τμήματα, αποτελεί και η κάρτα μετακινούμενου μαθητή, που διευκολύνει τη μετεγγραφή του Τσιγγάνου μαθητή, όταν μετακινείται η οικογένειά του για βιοποριστικούς κυρίως λόγους και το επίδομα εισοδηματικής ενίσχυσης για οικογένειες με εισόδημα κάτω των 3.000 ευρώ, με κοινή υπουργική απόφαση των υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών, Εθνικής παιδείας και Θρησκευμάτων και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (2/37645/0020/8.7.2002).

Επιπλέον, πέρα από τις πολιτικές του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, δυο ευρωπαϊκά πιλοτικά προγράμματα που αφορούν σε Τσιγγάνους και αποσκοπούν στη βελτίωση της εκπαίδευσή τους υλοποιήθηκαν και στο Δροσερό. Πρόκειται, αρχικά για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα με τίτλο «Εκπαίδευση Τσιγγανοπαίδων» (1997-2001), που υλοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στη συνέχεια για το πρόγραμμα «Ένταξη Τσιγγανοπαίδων στο σχολείο» (2002-2004), που συνεχίστηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (2006-2008). Επίσης, πέρα από τα προγράμματα αυτά που αφορούν σε τσιγγάνους, στα δημοτικά σχολεία του οικισμού του Δροσερού υλοποιήθηκε και το «πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων», λόγω του θρησκεύματος των παιδιών, κατά το διάστημα 2006-2008, και το τρέχον σχολικό έτος ιδρύθηκε ένα Κέντρο Στήριξης του Προγράμματος Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων (ΚΕΣΠΕΜ) στο Δροσερό, στο οποίο γινόταν υποστηρικτικά μαθήματα σε μαθητές δημοτικού και γυμνασίου.

Υπό τις συνθήκες αυτές, εδώ και χρόνια, υπολειτουργούν ουσιαστικά τα δύο δημοτικά σχολεία, που συστεγάζονται στον οικισμό του Δροσερού με το νεοϊδρυθέν γυμνάσιο του, που λειτούργησε μόλις το 2006 πρώτη φορά. Σε μια αυλή συλλειτουργούν δύο δημοτικά το πρωί και το γυμνάσιο, αναγκαστικά τις απογευματινές ώρες. Στην ίδια αυτή αυλή βρίσκεται και το γυμναστήριο και εργαστήριο υπολογιστών και άρα παραμένει ελάχιστος προαύλιος χώρος για να παίξουν οι μαθητές. Κι όμως παρόλη τη δημιουργία δυο δημοτικών και ενός γυμνασίου στον οικισμό, ορισμένα από τα παιδιά του Δροσερού παρακολουθούν μαθήματα σε μειονοτικά σχολεία της ευρύτερης περιοχής ενώ κάποια άλλα, για οικονομικούς κυρίως λόγους, μένουν εκτός σχολείου. Σε κάθε περίπτωση η προσέλευση στα μαθήματα δεν είναι η μεγαλύτερη δυνατή, αν και η σχολική διαρροή σταδιακά μειώνεται, όπως αναφέρεται και από τις Αδαμαντίδου και Χαζάπη (2011, σελ. 190).

Αν και ο αριθμός των παιδιών που φοιτούν στο δημοτικό σταδιακά αυξάνεται, όπως προκύπτει από τα στοιχεία των εγγραφών των δυο δημοτικών του οικισμού, ελάχιστο είναι το ποσοστό των παιδιών που πηγαίνουν στο γυμνάσιο, καθώς, μέχρι το σχολικό έτος 2007-8, μόλις 2 παιδιά του οικισμού είχαν φοιτήσει και ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο γυμνάσιο (σε γυμνάσιο της Ξάνθης, καθώς δεν υπήρχε στον οικισμό). Βέβαια, σταδιακά η κατάσταση αυτή αλλάζει, και οι εγγραφές παιδιών αυξάνονται κυρίως μετά την υποστήριξη του συλλόγου με δράσεις για μείωση της σχολικής διαρροής και ενισχυτική διδασκαλία. Ο σύλλογος πιέζει και ενισχύεται το δημοτικό σχολείο, έστω, με αίθουσες προκάτ, για να μπορέσει να φιλοξενήσει όλα τα παιδιά και με την συστηματική ενισχυτική διδασκαλία  βοηθά πολλά παιδιά να συνεχίσουν τη φοίτηση. Αυτό πιστοποιείται και από το γεγονός ότι από την ίδρυση του γυμνασίου το 2006, το ποσοστό των μαθητών του γυμνασίου αυξάνεται συνεχώς και φέτος το σχολικό έτος 2015-16, εγγράφηκαν στο γυμνάσιο του οικισμού 99 παιδιά σε σύνολο και στις τρεις τάξεις του 8ου Γυμνασίου. Ο αριθμός των παιδιών που φοιτούν, συνεχίζει να αυξάνεται διαρκώς. Ενώ το σχολικό έτος 1997-98 φοιτούσαν 240 μαθητές, σήμερα φοιτούν περίπου 450 μαθητές και στα δύο δημοτικά σχολεία. Όμως και πάλι, η μαθητική διαρροή είναι ένα από τα μόνιμα προβλήματα, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι εγγεγραμμένοι μαθητές των εν λόγω σχολείων είναι 800.

Η κατάσταση της εκπαίδευσης των παιδιών σταδιακά βελτιώνεται, από χρονιά σε χρονιά μειώνεται το ποσοστό διαρροής και φαίνεται ότι αυξάνεται ο αριθμός των φοιτώντων, γεγονός που οδήγησε και σε δεύτερο δημοτικό σχολείο.

Ίσως στην αύξηση αυτή του αριθμού των φοιτώντων μαθητών συντέλεσε θετικά, -πέρα από την εξοικείωση τους με το θεσμό του σχολείου-  και το γεγονός ότι το γυμνάσιο του Δροσερού, μετά από αίτημα του συλλόγου διδασκόντων και λόγω ακαταλληλότητας του προηγουμένου χώρου, φιλοξενείται και λειτουργεί πλέον στις εγκαταστάσεις της σχολής μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ., η οποία βρίσκεται στην αρχή του οικισμού. Έτσι έγιναν καλύτερες οι συνθήκες φοίτησης στα δύο δημοτικά που, μέχρι πρότινος, συστεγαζόταν και με το γυμνάσιο του οικισμού. Όμως, παρ όλη την αύξηση στο ποσοστό των εγγεγραμμένων μαθητών, και ενώ οι φοιτώντες μαθητές αυξάνονται, παραμένει υψηλό το ποσοστό μαθητικής διαρροής και στα δύο δημοτικά σχολεία και στο γυμνάσιο του οικισμού.